Γύζης Νικόλαος

  • Γεννημένος στο Σκλαβοχωριό της Τήνου το 1842 από γονείς χωρικούς, ήδη από την ηλικία των οχτώ ετών, ιχνογραφεί με κάρβουνο ζώα και χωρικούς να οργώνουν αγρούς. Σήμερα, τα ιχνογραφήματα της παιδικής του ηλικίας σώζονται στο Μουσείο Τηνίων Καλλιτεχνών.
  • Το 1850 εγκαθίσταται με την οικογένειά του στην Αθήνα και αρχίζει να παρακολουθεί μαθήματα στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών, αρχικά ως ακροατής και αργότερα ως σπουδαστής. Γρήγορα αποσπά την εκτίμηση και τον θαυμασμό των καθηγητών του, αλλά και επαίνους και χρηματικά βραβεία. 
  • Λαμβάνει υποτροφία από το Ιερό Ίδρυμα Ευαγγελιστρίας Τήνου για να πραγματοποιήσει έναν διακαή πόθο του: να φοιτήσει στο εξωτερικό. Σε ηλικία 23 ετών φτάνει στο Μόναχο.
  • Δεν αρέσκεται απλά στο να χρησιμοποιεί μια συγκεκριμένη τεχνοτροπία, αντιθέτως ιχνηλατεί τη δική του προσωπική γραμμή, παντρεύει τη νεωτερικότητα με τις σταθερές αξίες αλλά και τα ρεύματα της Δύσης με την ελληνική ταυτότητα.
  • Η αγάπη του για την Ελλάδα τον φέρνει πίσω στην Αθήνα το 1872. Στο εργαστήριο του, οι σκοτεινές πράσινες αποχρώσεις αντικαθίστανται με τα λευκά και ρόδινα χρώματα που «αντανακλούν» το πλούσιο φως, αλλά και την ανθρωπιά της Ελλάδας.
  • Η διαρκής αναζήτηση νέων θεμάτων, προκειμένου να κορέσει το δημιουργικό του πλεόνασμα, τον οδηγεί σύντομα σε περιοδεία ενός έτους στη Μικρά Ασία, μαζί με τον συνάδελφό του, Νικηφόρο Λύτρα. Κάθε κίνηση ή στάση, κάθε συμπεριφορά ή ένδυμα μετατρέπεται σε σκαρίφημα, σε έναυσμα για μετέπειτα επεξεργασία.
  • Το 1874 θα τον βρει για μία ακόμη φορά στο Μόναχο, όπου πλέον με τις «βαλίτσες» του γεμάτες δημιουργικά ερεθίσματα (αναμνήσεις, παραστάσεις, σκίτσα), διανύει μία από τις πιο γόνιμες καλλιτεχνικές περιόδους του. Καθώς η φήμη του ξεφεύγει από τα όρια της Γερμανίας, οι Ευρωπαίοι κριτικοί τον εκθειάζουν και τα βραβεία για τα έργα του σε διεθνείς εκθέσεις διαδέχονται το ένα το άλλο. Ο ίδιος παρέμενε πάντα ταπεινός, αντλώντας ικανοποίηση από τη στιγμή της ολοκλήρωσης κάθε έργου του.
  • Ο θάνατος τον βρίσκει ,το 1900, σε ηλικία 59 ετών και το έργο του περνά στην αιωνιότητα στέκοντας ψηλά, "πάνω από τα κεφάλια των μικρών παιδιών"...
  • 111 χρόνια μετά τον θάνατό του, η έκθεση «Νικόλαος Γύζης: ο μεγάλος ζωγράφος» του ιδρύματος Θεοχαράκη δημιούργησε μια εικόνα  γνήσιας μεταμοντέρνας αισθητικής. Κόντρα στην «τάξη» που επιβάλλει ένα μουσείο, δημιουργήθηκε μια ανακατά-ταξη, τη στιγμή που μια ομάδα παιδιών ζωγράφιζε το δικό της «κρυφό σχολειό» κάτω ακριβώς από το ομώνυμο έργο του ζωγράφου. Ο Γύζης είναι πραγματικά ένας «μεγάλος ζωγράφος» και ως εκ τούτου είναι πραγματικά μεγάλη η ανάγκη της μετουσίωσης του έργου του σε προίκα των επόμενων γενιών.

Γαΐτης Ιωάννης

  • Ο Ιωάννης Γαΐτης γεννήθηκε το 1923, με καταγωγή από τον Πύργο της Τήνου.
  • Συγκαταλέγεται μεταξύ των κορυφαίων σύγχρονων καλλιτεχνών της Ελλάδας.
  • Φοίτησε στην Σχολή Καλών Τεχνών του Πολυτεχνείου Αθηνών και στη Σχολή Καλών Τεχνών του Παρισιού.
  • Έζησε για μεγάλο χρονικό διάστημα στη Γαλλία, παρακολουθώντας τις σύγχρονες τάσεις και μελετώντας τα καλλιτεχνικά ρεύματα των μεγάλων Γάλλων ζωγράφων, από τους οποίους επηρεάστηκε.
  • Ως ζωγράφος εκφράστηκε μέσω ποικίλων τάσεων και ρευμάτων: γεωμετρικών, κυβιστικών, σουρεαλιστικών, εξπρεσιονιστικών, ενώ ασχολήθηκε και με την αφηρημένη τέχνη.
  • Κύρια στοιχεία της τεχνοτροπίας του, υπήρξαν η αδρή πινελιά, ο αισθησιασμός και τα ελληνικά χρώματα.
  • Σήμα κατατεθέν της καλλιτεχνικής του έκφρασης υπήρξε το "Ανθρωπάκι", που εισήγαγε στα τέλη της δεκαετίας του '60, και συμβόλισε την αλλοτρίωση και τη μαζικοποίηση του σύγχρονου ανθρώπου.
  • Συμμετείχε σε πλήθος εκθέσεων σε όλο τον κόσμο (Παρίσι, Ρώμη, Χάβρη, Αθήνα κ.α.) και έλαβε διεθνή αναγνώριση.
  • Ο Γιάννης Γαΐτης πεθαίνει σε ηλικία 60 ετών (22/7/1984), λίγες μέρες μετά τα εγκαίνια της αναδρομικής του έκθεσης στην Εθνική Πινακοθήκη Αθηνών.

 

Βιτάλης Γεώργιος

 
  • Γεννήθηκε στα Υστέρνια της Τήνου το 1840. Μετά την αποφοίτησή του από το τετρατάξιο τότε Γυμνάσιο, ακολουθεί τον πατέρα του στη Σμύρνη με σκοπό να τον βοηθήσει στις αρχιτεκτονικές εργασίες που ασκούσε εκεί.
  • Σύντομα αντιλαμβάνεται ότι ο ίδιος θέλει να χαράξει ένα δρόμο διαφορετικό. Φτάνει κρυφά στην Αθήνα και μοιράζει τις μέρες του ανάμεσα στο εργαστήριο μαρμαρογλυπτικής των θείων του, Αδελφών Φυτάλη, και στο Πολυτεχνείο.
  • Αποφοιτά από το Πολυτεχνείο Αθηνών, και το 1862, με υποτροφία που του παρείχε η Βασίλισσα Αμαλία, ξεκινά τις σπουδές του στην Ακαδημία Καλών Τεχνών του Μονάχου. Εκεί πρωτεύει και ο Βασιλιάς Λουδοβίκος του προτείνει την έδρα του καθηγητή των Καλών Τεχνών στην Ακαδημία του Μονάχου. Για ακόμη μια φορά, εκείνος έχει μεγαλύτερα σχέδια. Οι τίτλοι φαντάζουν μικροί μπροστά στον εξευγενισμό του ανθρώπου μέσω της τέχνης. Επιστρέφει στην Ελλάδα και ιδρύει εργαστήριο μαρμαρογλυπτικής στη Σύρο, κοσμώντας την Ερμούπολη με πολυάριθμα γλυπτά, ανδριάντες, προτομές.
  • Ο πρωθυπουργός της Ελλάδας, Χαρίλαος Τρικούπης, θεωρεί απαραίτητη τη γνώμη αλλά και τη συμβο(υ)λή του για την καλλιτεχνική ανάπτυξη της Αθήνας. 
  • Χαρακτηριστικό και ζωντανό παράδειγμα της συνεισφοράς του, αποτελεί ο ανδριάντας του φιλέλληνα Άγγλου πολιτικού, Γλάδστωνα, που βρίσκεται στον περίβολο του Πανεπιστημίου Αθηνών. Για τον σκοπό αυτό ο Γ.Βιτάλης επισκέπτεται για τρεις μήνες την Αγγλία. Ο 'Αγγλος πολιτικός γοητεύεται τόσο πολύ από την προσωπικότητα του Έλληνα γλύπτη, που δεν σταματάει να αλληλογραφεί μαζί του έως το τέλος της ζωής του.
  • Τα δύο τελευταία χρόνια της ζωής του, τα περνά στην Αλεξάνδρεια όπου φιλοτεχνεί τον ανδριάντα του Αβέρωφ. Απεβίωσε το έτος 1901.
  • Γλυπτά έργα του βρίσκουμε επίσης στο Μουσείο Τηνίων Καλλιτεχνών του Ιερού Ιδρύματος Ευαγγελιστρίας Τήνου.

Λαμέρας Λάζαρος

  • Η καταγωγή του από τα Υστέρνια, διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο στη μετέπειτα εξέλιξή του, καθώς, αν και η οικογένεια του ήταν εγκατεστημένη στην Αθήνα, ο ίδιος μαζί με τον μαρμαρογλύπτη πατέρα του, δεν παρέλειπαν να επισκέπτονται τα καλοκαίρια την Τήνο και ειδικά τον Πύργο, όπου γνώρισε τον θρύλο, Γιαννούλη Χαλεπά.
  • Η απλότητα και η καθαρότητα του τοπίου μπόλιασαν το ταλέντο του. Δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι, πέρα από τις παραστατικές δημιουργίες, ασχολήθηκε κατά κόρον με τη δημιουργία αφηρημένων συνθέσεων και δεν έπαψε ποτέ να πειραματίζεται με τα όρια της αφαίρεσης στα γλυπτά του.
  • Μετά την αποφοίτησή του από το Γυμνάσιο, σπουδάζει στη Σχολή Καλών Τεχνών του Πολυτεχνείου Αθηνών και φιλοτεχνεί το πρώτο του γλυπτό, την προτομή της Μπουμπουλίνας που βρίσκεται σήμερα στο Πεδίο του Άρεως.
  • Με υποτροφία της Ακαδημίας Αθηνών, συνεχίζει στη Σχολή Καλών Τεχνών της Ακαδημίας του Παρισιού, ολοκληρώνει τις σπουδές του και επιστρέφει στην Ελλάδα με το ξέσπασμα του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου.
  • Με οδηγό του το πρωτοποριακό πνεύμα του, δεν σταματά να δημιουργεί εκθέσεις και να αποσπά βραβεία. Ενδεικτικά, το 1953 το μνημείο του για τον Άγνωστο Πολιτικό Κρατούμενο βραβεύθηκε σε διεθνή διαγωνισμό και στη συνέχεια εκτέθηκε στην Tate Gallery του Λονδίνου.
  • Το έργο του, κινούμενο ανάμεσα στην παράδοση και στο πάντρεμά της με τις σύγχρονες τάσεις, στο χθες και στο σήμερα, μας προτρέπει να ενταχθούμε και εμείς σε αυτή τη διαδικασία του «παντρέματος», είτε με μια βόλτα πίσω από το πέτρινο περίπτερο της Φιλοθέης (προτομή Κωστή Παλαμά), είτε με μια επίσκεψη στην Τήνο.

Λύτρας Νικηφόρος

  • Βλέπει για πρώτη φορά το φως το 1832 στο χωριό Πύργος της Τήνου. Λίγα χρόνια αργότερα, έκπληκτος ο δάσκαλος στο σχολείο του χωριού, Αλέξανδρος Μπον, αντικρίζοντας τον εαυτό του ζωγραφισμένο από τον μικρό Νικηφόρο, κατά τη διάρκεια του μαθήματος, αναφωνεί: «Εσύ παιδί μου γεννήθηκες ζωγράφος χωρίς να διδαχθείς την ζωγραφική».
  • Κατά τη διάρκεια των σπουδών του στη Σχολή Καλών Τεχνών του Πολυτεχνείου Αθηνών, έχει ήδη προσληφθεί ως συνεργάτης για τη διακόσμηση της Ρώσικης Εκκλησίας Αθηνών.
  • Την αποφοίτησή του από το Πολυτεχνείο ακολουθεί υποτροφία από το κράτος και τον Βασιλιά Όθωνα για περαιτέρω σπουδές στην Ακαδημία Καλών Τεχνών του Μονάχου. Εκεί συνηθίζει να μιλά στους συμφοιτητές του για το αρχαίο ελληνικό κλασικό πνεύμα, το οποίο διακατέχει τα έργα της περιόδου αυτής, πολλά από τα οποία μπορεί κανείς να βρει σήμερα στην Πινακοθήκη του Μονάχου.
  • Με την αποφοίτησή του, οι καθηγητές του προτείνουν να αναλάβει την έδρα του Κλασικισμού στο Μόναχο. Εκείνος όμως αρνείται. Το μυαλό και η καρδιά του βρίσκονται στην Ελλάδα, στον λευκό καμβά που αναμένει τον ίδιο και την τέχνη του να συνεξελιχθούν.
  • Σε ηλικία 34 ετών, διορίζεται καθηγητής στη σχολή Καλών Τεχνών του Πολυτεχνείου Αθηνών μεταλαμπαδεύοντας την καλλιτεχνική του ιδιοσυγκρασία σε μια σειρά από μεγάλους Έλληνες ζωγράφους: Γεώργιο Ιακωβίδη, Πολυχρόνη Λεμπέση, Περικλή Πανταζή, Γεώργιο Ροϊλό.
  • Τα έργα του αναπαριστούν την ελληνική πραγματικότητα, υπηρετώντας την αλήθεια και όχι την αληθοφάνεια. Τα σχέδια και οι μορφές των έργων του, το ιδεαλιστικά αγνό ελληνικό σπίτι και η καθημερινότητα του Έλληνα, αντανακλούν την ευγένεια, την πνευματικότητα και την απλότητα του τόπου.
  • Η περιοδεία του μαζί με τον συνάδελφό του, Νικόλαο Γύζη, στην Ανατολή εμπλούτισε σημαντικά τα θέματά του, με μορφές και σκηνές από τη ζωή εκεί.
  • Η καλλιτεχνική πληρότητα που αναδύεται από τα έργα του, θα τολμούσαμε να πούμε πως έχει τη βάση της στην αλληλεπίδραση με την προσωπική πληρότητα. Ο ίδιος συνήθιζε να λέει ότι «Η αγάπη για το ωραίο είναι η γέφυρα μεταξύ Θεού και ανθρώπων».
  • Ο "γεννημένος ζωγράφος" Νικηφόρος Λύτρας, πεθαίνει σχεδόν κινηματογραφικά από δηλητηρίαση που του προκάλεσαν οι χημικές ουσίες των χρωμάτων που χρησιμοποιούσε για την τέχνη του.